Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

η χαρά



Η χαρά πουλιότανε στο μανάβικο της γειτονιάς. Προπαραμονή Χριστουγέννων.3.80 το κιλό. Μα τι να σου κάνει ένα κιλό; Ούτε ένα πιάτο δεν έβγαζε καλά - καλά. Όσο επιδέξιος μάγειρας και να ήσουνα. Βέβαια τη βρήκε και στο super - market. Στα κατεψυγμένα. 1.20 κι ήταν περίπου ενάμιση κιλό αυτή. Μα πώς μπορούσες να ξέρεις που είχε αλιευθεί; Στο διπλανό καφασάκι τα ψάρια του Ατλαντικού σε κοιτούσαν με μάτια frozen dracula. Κι η σφήνα της αιώνιας θανάτωσης λες και μπηγότανε στη δική σου καρδιά.
Κάτι παππούδια, που μόλις είχανε πληρωθεί τη σύνταξη, διαλέγανε με προσοχή τα σακκουλάκια. Ψάχνανε το ελαφρύτερο ή το βαρύτερο άραγε; Δεν κατάλαβε.
Προσπέρασε τα κατεψυγμένα και κατευθύνθηκε στο ταμείο. 17.40 δυο πακέτα μακαρόνια, ένα σαπούνι, τρεις μπύρες. Βγήκε στον κρύο αγέρα με την ελαφριά σακούλα στο χέρι. Δίπλα στην είσοδο δυο τσιγγάνοι είχαν απλώσει την πραμάτεια τους. "Πάρε, πάρε, πάρε καλέ κύριε! Χαρά φρεσκότατη μονάχα 1.50 το κιλό. Και ντόπια!"
Ο ένας από τους δυο του έβαλε μες τη μούρη του ένα ματσάκι θέλοντας να τον πείσει το δίχως άλλο. Τάχυνε το βήμα. Στάση στον χασάπη. Μισό κιλό κιμάς. Καλή παρέα για τα μακαρόνια. Οι γαλοπούλες αραδιασμένες στο ψυγείο νανουρίζονταν τον ύπνο του μοιραίου. Στην άκρη του, μέσα σ' ένα γουστόζικο καλαθάκι διακοσμημένο με πλαστικά γκυ, χαρά 1.98 το κιλό. Την έδειξε με το δάχτυλο στον χασάπη. "Ημιτασιόν;" Εκείνος προσπάθησε να ανοικοδομήσει κάτι στο μούτρο του που έμοιαζε χαμόγελο. Ψιλός ίδρος φάνηκε στην αρχή της φαλάκρας του."Γερμανική αλλά ελεγμένη. Ο καλλιεργητής πατριωτάκι της ξενιτιάς. Πρώτο πράμα όμως. Νοστιμότατη. Να βάλω;" Σχεδόν πέταξε το χαρτονόμισμα και βγήκε στο δρόμο με τον κιμά ανά χείρας. Ανηφόρισε. Γύρισε δυο φορές το κλειδί και μπήκε στο σπίτι. Παράτησε τα ψώνια στον πάγκο της κουζίνας. Αδιάφορος. Δίπλα στο παράθυρο ένα γέρικο ελατάκι, περνούσε κρίση αρθριτικών. Άνοιξε τη βρύση, του έριξε νερό. Κι ύστερα ξεδίπλωσε εκείνη τη παλιοσειρά φωτάκια που τα είχε αγοράσει χιλιάδες χρόνια πριν από την Αθηνάς. Από μια τρύπα δίπλα στο αγαπημένο του μπουρδέλο. Ανάβανε ακόμα μια χαρά. Κι ας είχαν μεσολαβήσει αιώνες από το τελευταίο του άναμα. Ή έτσι του είχανε φανεί. Άρχισε να τυλίγει το ελατάκι με το σύρμα. Κι όσο το τύλιγε τόσο ένιωθε τα μάτια του να βουρκώνουν. Μέχρι να τελειώσει τη διακόσμηση έκλαιγε με λυγμούς. Σα να μη μπορούσε να κάνει αλλιώς. Με χέρι μη σταθερό έκανε την τελευταία κίνηση. Έβαλε το φις στην πρίζα.
"Έχουν παρατηρηθεί πολλές πυρκαγιές τον καιρό των εορτών από τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Προσοχή! Όταν δεν είσαστε παρόντες να τα αποσυνδέετε από την πρίζα."
Την παραμονή αναμενότανε πτώση της τιμής της χαράς. Κλασικά, όπως κάθε χρόνο. Μπορούσε να φτάσει μέχρι και 2.56 το κιλό η φρέσκια. Μα τι να σου κάνει ένα κιλό; Ούτε ένα πιάτο δεν βγάζει καλά - καλά. Όσο επιδέξιος μάγειρας και να είσαι.




Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

μονάχα Ψυχή

Τα πανό αντηχούσαν φτηνά παρδαλά λόγια κάτω απ' τον παράδοξο ήλιο.
"Χειμώνιασε μπάρμπα!" φώναξε κατά τον ουρανό γεμάτος αγανάκτηση ένας νεαρός. Τα μάτια του είχαν διπλασιαστεί την τελευταία ώρα από τα χημικά και τον έτσουζαν. Κοιτιόταν όμως συχνά στον καθρέφτη της βιτρίνας και του άρεζε. Ένιωθε πως έπαιζε έναν σπουδαίο. Κόκκινο το χρώμα της χαράς. Κόκκινο το χρώμα του έρωτα. Κόκκινο το χρώμα του αίματος. Επανάσταση τώρα!
Οι ντουντούκες ανακατεύαν τα συνθήματα και τα ξαναέριχν
αν μια και δυο και τρεις. Καμιά τους δεν κατάφερνε να φέρει εξάρες σερί. Δεν κέρδιζες τίποτα έτσι μα να, καμιά φορά και η γνώση πως έχεις καλοτυχία τουλάχιστον είναι όφελος. Για την καλή σου διάθεση.
"Φτωχική και τούτη η επανάσταση φίλε!" κούνησε το κεφάλι ένας από τους άλλους νεαρούς, αυτούς που κρατούσαν τα μαυροκόκκινα λάβαρα. Έμοιαζε αχτένιστος και νευρικός. Στην τσέπη του παντελονιού του μια επώνυμη φίρμα έβγαζε μάτι. Παρακαταθήκη ναι. Μια επανάσταση για μια ψηλή καρέκλα. Αντιπαροχή. Έτσι γινότανε αυτά. Κάτι έδινες κάτι έπαιρνες. Αλίμονο στους αθώους.
Το ποτάμι του κόσμου όλο και τράνευε. Καθώς διάβαινε ορμητικό πιτσίλιζε με σάλιο και λέξεις όσους στεκότανε παράμερα. "Θαρρούν πως θα ζήσουν αυτοί!" κάγχασε ένας Άλλος με άφθονο τζελ στο μαλλί. Μα ένα έντομο μέσα του τον δάγκανε από ώρα σε ώρα χωρίς συνενοχή.
-----
Απ' την αντίπερα όχθη της ζωής Ένας. Ηλικία αδιευκρίνιστη, καρδιά αδιαπραγμάτευτη. Έπινε τσίπουρο στον ήλιο λογαριάζοντάς τον για συνδαιτημόνα. Από καιρό εις καιρού έκοβε μια ακρούλα σύννεφο για μεζέ ή μάζευε μια χούφτα χώμα. Απ' τα πλευρά του φυτρώναν λιόδεντρα και κυπαρίσσια. Και πάνω στον δεξί του ώμο ανάσταινε μια μικρούλα ροδιά. Αγρίμια σωρό κατοικούσαν στο βλέμμα του. Λύκοι, τσακάλια, αρκούδες καφετιές. Κι ελάφια. Πολλά ελάφια που δρασκελούσαν τη Γνώση με γοργά, δαντελένια άλματα. Κανένας δεν κυνηγούσε κανέναν. Κι η θάλασσα μουρμούριζε τα παρακαλεστικά της.
"Μονάχα Ψυχή. Τίποτα άλλο δεν έχουμε να μοιράσουμε. Όλα για όλους είναι. Ο Αρχιμάστορας για όλους μερίμνησε. Κανέναν δεν αδίκησε κανέναν δε λησμόνησε. Ανάμεσα ουρανού και γης κατοικεί η πιο τρανή σοφία. Μα ξεχαστήκαμε και τρέχουμε αλλού γι' αλλού."
Μπορεί και να έβρεχε λίγα και ξαφνικά. Μα εκείνος σαν άγαλμα σμιλεμένο απ' τα χρόνια καθότανε ακίνητος θαρρείς και στοχαζότανε για ώρες.
"Μονάχα Ψυχή γιε μου. Τίποτα άλλο δεν μας απόμεινε πια. Κι ένα βιβλίο ανοιχτό. Να βγαίνεις στο παραθύρι του και να σπουδάζεις τον κόσμο."
---------------------------

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

sold out



Τον βλέπω ώρα τώρα. Απέναντι. Με το τσιγάρο στα χείλια και το σύννεφο στα μαλλιά. Μ' ένα σπόρο από γαρύφαλλο στη τσέπη. Ζυγιάζεται στο φρύδι του γκρεμού. Μου δίνει την εντύπωση πως θέλει να πετάξει έτσι όπως ανοίγει τα χέρια σα σκλαβωμένο πουλί. Με την απορία στην καρωτίδα που κλωτσά. Και τις φλέβες στο κορμί του ανάγλυφα σκοινιά. Ανοίγει το στόμα. Αναστενάζει άηχα. Ντέρτι και ντουμάνι. Ακυρώνει την αίσθηση της ακοής αυτή η γδαρμένη ησυχία. Ίνες νάυλον κρεμιούνται απ' το ρούχο της νύχτας. Δευτεράντζα! Πού αίσθηση γούστου για κάτι πιο φίνο;
Πάρε! Δώσε! Πατσίσαμε! Δωμάτια κλειστά ερμητικά που μυρίζουν περσινό ιδρώτα και φτηνό σαπούνι. Κουτάκια μπύρας που συναγωνίζονται ποιο θα φτάσει πρώτο στο τέρμα. Καμένο γκολ. Το ξεπουλήσαμε το παιχνίδι ρε φίλε.
Το πρόγραμμα εξΑσκησης των ειδικών δυνάμεων είχε να κάνει με παιχνίδια εξουσίας. Η κάβλα της πρώτης φοράς όχι. Στα σημεία επαφής όμως τη χάσαμε την αρχή. Βγήκαμε μέσα από τη σκουληκότρυπα της σαγήνης για να πέσουμε με τα μούτρα στα κιμπαριλίκια της εξουσίας. Το πάνω χέρι χαϊδεύει καλύτερα. Έτσι έλεγαν μες στα στενά των Εξαρχείων κάποιοι ντυμένοι με μαύρα. Και δεν ήτανε οι παλιοί γνωστοί.
Ξέρεις, πολλές φορές τους χειμώνες ψάχνω να βρω την πιο τρελή αμυγδαλιά λαχταρώντας να τινάξω τα κλωνιά της πάνω μου. Άμα δέσω καρπό λέω ίσως και να μπορέσω να σε κρατήσω εδώ. Πικραμύγδαλο θα είναι μα έχει τόσο ωραία μυρωδιά. Γελάς! Πάντα γελούσες! Ακόμα κι όταν είχες φορέσει κατάσαρκα την Ασπασία, τη Θεοδώρα, την Κασσιανή γελούσες. Στη γωνιά του μαγαζιού, δίπλα στο πράσινο κύμα, ο ιππόκαμπος που βρήκαμε σκοτωμένο είχε αναστηθεί και χόρευε μάμπο με την παιδιάστική μου αίσθηση. Ακόμα δε λέω να παραδεχτώ πως σωθήκανε τα θαύματα. Ακόμα δε λέω να το χωνέψω πως το μαγαζάκι της λατρείας ξεπούλησε, "sold out" είπαμε.
Έρωτες, πάθη, θυσίες και μαλακίες της σειράς. Σου άρεσε να τρως πασατέμπο και να κοιτάς σαπουνόπερες στην tv. Κι ύστερα έκλεβες σκηνές και τις έραβες στην κουρτίνα. Τόσα χρόνια πέρασαν κι η κουρτίνα ακόμα εκεί. Ακούνητη!
Δε λες να την τραβήξεις μια στάλα, να μπει αποστειρωτικά ο ήλιος, σα λάβρος γκόμενος αυτός και να σου πάρει βίαια τη γαμημένη την παρθενία της ψευδαίσθησης. Επιτέλους!
Τον βλέπω ώρα τώρα. Απέναντι. Ζυγιάζεται στο φρύδι του γκρεμού. Με το τσιγάρο στα χείλια. Κι έναν αρχαίο φόβο στην καρδιά. Για το αυριανό ξημέρωμα. Χωρίς εσένα!

γρατσουνιές...

 
Η αψάδα του μεσημεριού, αυτό το σιγοκλείσιμο των ματιών για να μην σου κάψει ο ήλιος τους επιπεφυκότες, μετακόμισε αργά αλλά σταθερά τα πρωινά. Δεν ήθελε και τόσο να μετακινηθεί, μη θαρρείς. Μα λίγο η ζωή που άλλαζε, λίγο οι σπιτονυκοκυραίοι που χρειαζόντουσαν την ώρα για άλλες δουλειές, λίγο που από γεννησιμιού της βαριότανε εύκολα...τι να κάνει; Τα μάζεψε και ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο άγριο χάραμα. Άγριο...πφφ! υπερβολές! Άγριο το λένε όσοι δεν ξέρουν.
Δεν ξέρουν τι είναι να ξυπνάς απ' τον ύπνο με του βουητό του σεισμού στα σπλάχνα, με την δίψα της επιθυμίας στο στόμα, με το κάψιμο του έρωτα στα μηνίγγια.
Δεν ξέρουν τι είναι να σε χτυπούν αλύπητα, σύρματα φορτισμένα ηλεκτρικά, η σκέψη σου στον αϋλο χρόνο, η ανάσα σου που ταξίδεψε πάνω απ' τις καταιγίδες για να βρει το δέρμα μου, μια σου λέξη ασήμαντη που έντυσε με σπίθες την ψυχή μου.
Συχνά το ξΗμέρωμα βρέχει φωτιές. Υγρές φωτιές που στάζουν απ' το ταβάνι, σχεδόν τελετουργικά πάνω στο κορμί μου, ζωγραφίζοντας δρόμους και ποτάμια που σου μοιάζουν. Φρενιασμένες άγριες γάτες με περπατούν απ' άκρη σ' άκρη.
Τα νύχια τους παίζουν μουσική με το θέλω μου ταίζοντάς το φρέσκο αίμα και παλιά σαγήνη. Τολμηρός συνδυασμός.
Κι οι ουρές τους μαστιγώνουν με μανία το Σύμπαν βιάζοντας αρχαίους δεσμούς. Σπάζοντας ανδρώνεις το Καινούριο. Υμένες, μάτια κι αντοχές.
Οι αντιστάσεις; Ε, όχι...οι αντιστάσεις είναι η αφορμή του πολέμου. Τις νιώθεις, τις ακούς, τις αγγίζεις γλυκά και κάνεις έρωτα μαζί τους. Λατρεύεις να τις φυλάς σαν ότι πιο πολύτιμο έχεις. Λατρεύω να τις φιλώ γιατί είναι δικές σου.
Μικρές, χαριτωμένες αντιστάσεις και φόβοι φυτεμένοι σε γλάστρες μυστικές. Τα βράδια γεννούν στα σκοτεινά, μ' έναν πόνο, νεαρούς, δαιμονικούς έρωτες με γλώσσες εθισμένες στο απαγορευμένο.
Η λέξη κλειδί για το επόμενο βήμα είναι "μη". Είχε δίκιο λοιπόν η μάγισσά μου!
(παγανισμού ψίθυροι)

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012


Αν + Αν



Τα βράδια πέφτει η θερμοκρασία στην έρημο. Θυμάσαι που άπλωσες το χέρι στη φωτιά να ζεσταθείς; Για 'κείνη τη νύχτα λέω που ούτε καν τα άστρα δεν καταδεχτήκανε να βγούν να σουλατσάρουνε στον ουρανό.
Υπήρχες Εσύ στη σκηνή γι' αυτό. Πώς να συναγωνιστούνε μια έφηβη αστραπή τα καημένα; Τουλάχιστον αυτή κουβαλάει κι ένα προμήνυμα γονιμοποίησης στους κόρφους της.
Ενώ τ' άστρα απλά σου σημαδεύουν το δρόμο. Μη χαθείς. Και προμαντέματα κερνάνε καμιά φορά, άμα τα πετύχεις στα κέφια τους. Μα όχι συχνά. Μην πω τώρα για τις ευχές. Όχι, δεν θα σου πω για τις ευχές. Είναι μεγάλη ιστορία και δεν κάνει...
Είναι που αλλάξανε οι εποχές κι η γνώση της μαντείας ντύθηκε άλλο κορμί. Μπορεί να φταίει που απαρνηθήκαμε την έρημο, που φοβηθήκαμε την επαφή με την τραχιά σάρκα της άμμου. Και τους δρόμους;
Θυμάσαι εκείνη η νύχτα, που άπλωσες το χέρι σου στη φωτιά λέω, θυμάσαι που ανακάτεψες με νάζι και τους δρόμους; Από τότε παλεύουν να ανασάνουν αυτοί έτσι που για νοικοκυριό τους τύλιξες σ' ένα ασημί κουβάρι. Και να μας ανταμώσουν. Αν + Αν τι άθροισμα να δίνει;
Ξημέρωσε μια νύχτα ερήμου τούτο το πρωινό. Σαν κάτι, απροσδιόριστα πονηρό - ένα φιλί δραπέτης λες; -να ρούφηξε όλη τη ζέστη του Μαίου. Κρυώνουν τα γυμνά μου πέλματα αλλά τουλάχιστον μου έμειναν τα αστέρια. Κι η φωτιά...που αργίνεψε να σβήσει! Όσο να πεις είχα παρέα...

μυστικά...



Εξόριστα χάδια,
ράχες φιδιών ανταριάζουν.
Με γλώσσα διχαλωτή
εκδιώχθηκαν της Παράδεισου,
του κορμιού σου οι αλμυροί λωτοί.
Λήθη θανατηφόρα.
Αρχαία κρόταλα αντηχούν στο δέρμα σου
μεταδίνοντας φωτιά ιερή.
Λαγόνες σε σύσπαση.
Ανάσες σε πάλη.
Μισχωτό λουλούδι ανοίγει διάπλατα
μέλι και γκρεμό εκχωρώντας.
Μεσάνυχτα!
Κραυγάζοντας σπάνε τα όρια των στεναγμών.
Μυστικά...
Μυστικά να μου λες πως με θέλεις.
Η πλάση κοιμάται...ακόμα!

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012


μη



Δεν είχα προσέξει ποτέ πριν, ποτέ, τι λέξη, τα βράδια τείνουν να γίνονται υπερβολικά, να μεθούν ακόμα και με την υποψία μυρωδιάς, να ασελγούν ασύστολα πάνω στα πρέπει μας και να παραπλανούν τις ψευδές - αισθήσεις μας. Στην θεραπεία του μυαλού αναφλέγονται όλες οι γνωματεύσεις συναντώντας το σπάραγμα του Μι ανάμεσα στα δόντια σου.
Πάλι άφησα ανοιχτή την πόρτα στους πειρασμούς που φέρνει αυτός ο ανυπότακτος αγέρας. Ακούω τα στράλια της φυγής να εξομολογούνται ψιθυριστά. Αχνά βογγώντας. Το "ίσως" πανάκι ταξιδιάρικο που ξεδιπλώνεται αργά. Φουσκώνει η κεντρική αρτηρία της ψυχής κι αιματώνονται οι πόθοι. Φλέβες που πάλλονται κι ανυψώνονται σαν πορφυρά αστρόπλοια. Η σκέψη μου σκαρφαλώνει αγκομαχώντας στην εσωτερική πλευρά του χεριού σου, στο δέρμα το τρυφερό, το πρωτοβάδιστο, αφήνοντας πίσω της μελανά στίγματα που σημαδεύουν. Κι ύστερα εξατμίζεται στη ζέστη του λαιμού σου, γίνεται δυο, τρεις, τέσσερεις σκέψεις που φυγαδεύονται μανιασμένα προς όλες τις κατευθύνσεις. Πώς να μαζέψεις με σύνεση τόσες α-τιθασεμένες σκέψεις; Δύσκολη νύχτα προέβλεψε η προσωπική μου μάντισσα. Με φούρια και αυστηράδα έριξε τα κόκκαλα στο πάτωμα και πλατάγισε τη γλώσσα.
"Να θυμάσαι - μου είπε στο τέλος - ότι η λέξη "μη" είναι αυτή που σε ερεθίζει περισσότερο. Γιατί θα την ακούσεις!"  

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012


βράδυ Σαββάτου...




Είναι κάτι νύχτες, άγρια ερπετά. Χωρίς καμία αιδώ σέρνονται πάνω στους πάγους που αποκοιμιέσαι και ξύνουν φολιδωτά τις αντιστάσεις σου.
Λες πως δεν θα ξημερώσει κανένα φως. Η τελευταία λιακάδα έφυγε θυμωμένη, κλείνοντας ερμητικά πίσω της τα πορτόφυλλα του ουρανού. Σύνδρομο στερητικό σε καταλαμβάνει.
Ιδρώνεις. Κρυώνεις. Φανερά γδυτός τα βάζεις με τα σκοτάδια.
Ατμόσφαιρα πνιγηρή. Αναθυμιάσεις τοξικών αρνήσεων παραλύουν το νοητικό σου πέλμα. Πού θα πας;
Η Ερεσιγκάλ διασκεδάζει με τη θλίψη σου ταίζοντας στα σκυλιά της τα βρεφικά σου δάκρυα.
"Έλα λοιπόν! Πολέμα! Τι περιμένεις; Να σου χαριστεί η ζωή; Πολέμα!"
Ιδρώνεις. Κρυώνεις. Φανερά τρωτός τα βάζεις με τα μαχαίρια.
"Θυμάσαι; Με το χέρι αυτό χάιδεψα τα μαλλιά σου. Τρεις ζωές πριν να συναντηθούμε."
Η Μοίρα σου, σου μιλάει με τη φωνή που ακούν τα πρόωρα στάχυα. Και ξανθαίνουν.
Κόκκινη είναι, σαν αίμα νωπό, σαν τριαντάφυλλο του χειμώνα, σαν το φιλί που θα σου κλέψω. Κι έχει τη γεύση του κρασιού της Γης. Σπονδών τιμή στη χθόνια Θεά.
Η Γνώση σε καταλαμβάνει απρόοπτα στο βλεφάριασμα του λεπτού. Κι η Δύναμη το ίδιο!
Θα πολεμήσω! Για το Φως κι ένα σου γέλιο. Καληνύχτα ωραία μου ουτοπία!
Αύριο ξημερώνει Κυριακή...

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012


παραμυθάκι...


Κάπως έτσι ημερεύει το ταβάνι, με νότες που ανυψώνονται αχνά και τη σκέψη ενός δυόσμου που παλεύει για το Αδύνατο! Με το λεξιλόγιο των ματιών σου να βαθαίνει στιγμή τη στιγμή. Μια σκιά εδώ, μια αστραπή εκεί, παίζουν οι αποχρώσεις. Και οι καπνοί.
Λιβάνι έσταξε απ' τις άκρες των χεριών σου. Κι από τον ίσκιο σου νυχτολούλουδο. Δεν ήταν έτοιμος ο καιρός για τέτοια ξαφνική καλοκαιρία. Γι' αυτό πείσμωσε. Γι' αυτό είπε να βρέξει μια στάλα.
Μήπως και δροσιστούν οι φλογισμένες σιωπές πριν παρα-δοθούν σε ιλιγγιώδεις κούρσες αναρχίας.
Αργά τη νύχτα, ώρες μετά τη βροχή, πολύχρωμοι κισσοί αναριχήθηκαν με πάθος παριστάνοντας τους ατρόμητους πολεμιστές. Πάσχιζαν βλέπεις να αλώσουνε τα κάστρα της μυρωδιάς. Με το χρώμα τους καλοακονισμένο.
Δυστυχώς γι' αυτούς τους πρόλαβε ο άνεμος! Είχε μεγαλώσει, χρόνια πολλά πριν, καθισμένος πάνω σ' ένα κουρσάρικο καράβι. Που είχε για σημαία του τα μαλλιά σου. Έτσι εξηγείται το πως. Ήξερε.
Αγγίζοντας απαλά σε εισπνέει ολόκληρο ο άλλος. Και το Όλον είναι στρογγυλό, θηλυκό, σαν την Αγάπη.
Το γιατί ακόμα αγνοείται. Αλλά από πάντα του αυτό προτιμούσε να χάνεται. Για να το ψάχνουν όλοι.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012


ναι...



Γεύομαι,
κομμάτια βροχής βγαλμένης απ' τα κόκκινα σπλάχνα της ερήμου.
Φυσάει αλμυρά ο αγέρας σήμερα.
Κοίτα,
στάζει από παντού ο ουρανός πευκοβελόνες έφηβες.
Τις δαγκώνω απαλά
και με αίμα γλυκό, 
βύσσινο στην άκρη της γλώσσας μου,
καταδύομαι στου βυθού σου την πιο αρχαία σκόνη.
Άμμος τριγύρω κι ησυχία.
Με αδίστακτο ερωτισμό κόβει το ατσάλι
το πρόθυμο δέρμα.
Νι, άλφα, γιώτα...
κι όμως ήταν μονάχα γράμματα!
--------
Άραγε τι γεύση να έχει το "ναι" σου;

πάμε;


Βρήκα ένα άγουρο πλοιάριο μέσα στα αρχαία ιερά των ματιών σου.
Με ανατριχιασμένη καρίνα.
"Μην ξεχνάς ν' ανασαίνεις την άνοιξη!"
(και να ταξιδεύεις, συμπληρώνω σιωπηλά)
Σοφές κουβέντες πέφτουν πάνω στο τραπέζι αναπηδώντας
σαν κέρματα.
Κορώνα ή Γράμματα;
Κερδίζεις στα λόγια.
Κερδίζω στα μάτια.
Χαμένοι κι οι δυο.
Ένα συννεφιασμένο δειλινό αποκοιμιέται συχνά πάνω στα χείλια σου.
Μ' ένα άστρο μονάχα.
Μονάκριβο.
Μασώντας τα φιλιά σου
- λέω -
θα είναι σα να γεύεσαι το Άπειρο.
Χυμό από άγρια σμέουρα και οργισμένο αψέντι.
Η λέξη μεταίχμιο πάντα μου φέρνει στο μυαλό
ένα ανθισμένο ναρκοπέδιο.
Ερωτευμένο.
Τι όμορφη βόλτα όμως...
Πάμε;

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012



 desire

Κάθε βράδυ η σκέψη σου γονιμοποιεί την ενοχή μου.
Το πρωινό με συναντάει ανυποψίαστο,
να υφαίνω άλλοθι πάνω στα δέκα πρώτα κύματα που σ' έχουν ακουμπήσει.
Κάποτε.
Δεν έχει σημασία ο χρόνος.
Να προσπαθώ να τα τιθασέψω.
Μάταια.
Τα καλοπιάνω μήπως και γίνουν λίμνη.
Στον κήπο ενός φτωχού.
Ή έστω ποτιστική βροχή.
Να μεγαλώσουν τα σπαρτά του Θεού.
Λέω εγώ...
Ψέμματα!
Όμορφα ψέμματα λέω!
Τα έχω φυλάξει,
να δεις σωφροσύνη,
δίπλα στο βάζο του γλυκού.
Βύσσινο ήταν αυτή τη φορά.
Με την αιχμή μιας καρφίτσας στην άκρη της γλώσσας.
Και την υποψία του κάρβουνου αντί για κουκούτσι.
Τσούζει η επιθυμία.
Κι η άρνηση το ίδιο.
Ένα βήμα μπροστά.
Ένα βήμα πίσω.
Λικνιστικά βήματα.
Σαν της φωνής σου τις χορευτικές άκρες.
Κι η μουσική;
Ω! μα η μουσική δεν είναι παρά ένα καρφί στον τοίχο.
Για να κρεμάσει το πανωφόρι της η αποπλάνηση.
Όταν έρθει...


Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012



μπλε


Ήταν το πιο μικρό χαλικάκι που είχα δει ποτέ.
Μια σταλιά, σαν ωμός κόκκος ρύζι.
Και να πεις πως είχε ξεφύγει από κανένα χαρούμενο γλεντοκόπι;
Σ' έναν κυματισμό της ασφαλτου συναντηθήκαμε.
Φουσκοθαλασσιά.
Μη θαρρείς καμιά σπουδαία χωμάτινη καταιγίδα.
Σκαμπανεβάσματα του νου.
Φύσαγε κι εκείνη η νοτιά η ανελέητη...
Σου το 'πα πως πονάω όταν αλλάζει ο καιρός;
Και θυμάμαι.
Κι εκείνο εκεί, στην εσώτερη πλευρά των βημάτων.
Να με αγκυλώνει.
Κι εσύ...
Μονάχα με την ηχώ μιας λέξης.
Με μια συλλαβή.
Θαρρώ πως ζούσα καλύτερα τότε που ήμουνα ψάρι.
Τουλάχιστον δεν με βασάνιζαν τέτοια απρόοπτα συμβάντα!


Τρίτη, 8 Μαΐου 2012


μετάληψη


Της καληνύχτας οι πεποιθήσεις είναι πάντα αμφίσημες.
Θα σε βρω πάλι απόψε να καιροφυλαχτείς κάτω απ' το σεντόνι.
Πόσες ρωγμές να ανοίξω στην ψυχή μου για να μπεις;
Μέσα στο τενεκεδένιο κουτί που άφησα πάνω στον πάγκο της κουζίνας
έκρυψα το αντικλείδι.
Όμως εσένα σου αρέσει να τα βάζεις με τις μέλισσες
και με τους ανέμους.
Και δεν θα το πάρεις.
-----
Η θεία μετάληψη μπορεί να γίνει ένα ισχυρό άλλοθι για να μεθύσει κανείς
Φίλησέ με!
 Θέλεις να παίξουμε;



Η ωραιότητα είναι κάτι σχετικό.
Το ίδιο και τα παραμύθια.
Μικροί κύκλοι που γυρνάνε γύρω από έναν άξονα κι ολοένα μεγαλώνουν.
Δερβίσικα.
Χτες το βράδυ έπιασα σφιχτά τη νύχτα μέσα απ' τα μάτια σου και την πήρα βίαια.
Μαζί μου.
Της αρέσει αυτό της νύχτας ξέρεις.
Η βιαιότητα του κατακτώ.
Σήμερα το πρωί βρήκα στο προσκέφαλό μου έναν σκαραβαίο να με στοχάζεται τρυφερά.
Μέσα στο μεταλλικό κουτί που φυλάγω τα πολύτιμα,
- γνωρίζεις -
θα βρεις το απόκομμα της χαμένης μυρωδιάς του γιασεμιού.
------
Θα σε πάρω!
Είχα πει απ' την αρχή.
Κρυμμένη κάτω απ' την αγριότητα του πολέμου ήταν μια παιχνιδιάρικη υπόσχεση.
------
Θέλεις να παίξουμε;

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012


Επιτάφιος


Δεν ήταν η πρώτη φορά που ξεκινούσες να πας μια βόλτα. Μα απόψε ξεχάστηκες να κουβαλάς τον Επιτάφιο στα χέρια σου. Τι κι αν ήταν σβηστά τα κεριά και μαραμένα τα λουλούδια; Τι κι αν όλα εκείνα τα μελωδικά τροπάρια σιγούσαν πεισματικά; Εξάλλου έλεγες συχνά πως αποστρέφεσαι τη γλυκύτητα του θρήνου. Πως μονάχα το άγριο ουρλιαχτό των αγριμιών μπορεί να δονήσει την αταραξία του Σύμπαντος.
"Πάλι καπνίζεις;
Αφήνω πίσω μου τον καπνό για να με βρίσκεις. Όταν χάνομαι."
Συνομιλούμε συνήθως στην γλώσσα των κωφαλάλων. Σχήματα γεωμετρικά ανταλλάσουμε αντί για φιλιά. Κάποιες στιγμές μπορεί να σου χαρίσω γράμματα. Το Κάπα ας πούμε που με γοητεύει. Δεν είναι αυθεντικά αυστηρό, αιχμηρό και συγχρόνως αβέβαιο; Εσύ μου χαρίζεις νησιά. Και ξεγυμνωμένα σπάρτα που λογχίζουν τον ουρανό με βία. Την Αστυπάλαια μου τη χάρισες για τους γκρεμούς της είπες. Γλυκό νησί σχεδόν θηλυκό απάντησα, με άπειρες κοιλότητες.
"Την εσώτερη πτώση να φοβάσαι. Μην μοιάσεις με όσα απεχθώς επιθυμείς. Αυτό είναι αλλοτρίωση στ' αλήθεια."
Πλησίασες στη θάλασσα. Μπήκες στο νερό ως τα γόνατα κι άφησες τον Επιτάφιο να τσουλήσει αργά πάνω στη ράχη του που έμοιαζε ανατριχιασμένη.
"Αν διδάξουμε στη θλίψη μας το ταξίδι μπορεί και να μη βγούνε όλοι οι φάροι σε ανεργία" είπες κι άναψες τσιγάρο ξανά.
-----
Θα σε βρω. Είμαι σίγουρη πια!

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012





αμαρτάνοντας


Ήταν που αποφάσισα να συλλέξω τα ασημένια ρινίσματα του φεγγαριού.
Γι' αυτό ξεστράτισα.
Έφταιγε κι η νοτιά ίσως που φύσαγε ακούραστα πίσω απ' τον αριστερό σου ώμο.
Σαν χάρτινο βαρκάκι μ' έσπρωχνε η επιθυμία.
Σε μαύρα νερά που μουρμουρίζαν ξόρκια και λόγια του πάθους.
Κρυφά.
Δεν ακολούθησα την πορεία του Οδυσσέα.
Μα να, δεν περίμενα πως μες τη νύχτα θα συναντούσα το βλέμμα σου.
Σα συλλημένο ναό από ανίερα πάθη.
Παραδείσιες ψευδαισθήσεις ανατρέφω χρόνια τώρα.
Αφορμή είναι.
Για να γιγαντώνεται η απαγορευμένη έλξη της αμαρτίας.
-----
Τις σκιερές νύχτες,
μυστικά γεννώ μαύρα λουλούδια
που τους δίνω το όνομά σου.
                               Σαλώμη

Στη συνομωσία πήραν μέρος όλα τα χρώματα.
Τα ξέφτια της σκιάς σου.
Κι η έφηβη αστραπή που καβαλάει τα χείλια σου όταν γελάς.
Εξοστρακισμένους πυροβολισμούς δεχόμουνα.
Καταιγισμός πυρών με εκκωφαντικές αντανακλάσεις.
Ο καθρέφτης που φορούσα στο στήθος μου έγινε κομμάτια.
Εφτά χρόνια bad luck.
Στο διπλανό τραπέζι η Σαλώμη κερνούσε κρασί ανάμεικτο με του κορμιού της τη μυρωδιά.
Τα χέρια της κοσμούσε η ανάμνηση της κεφαλής του Ιωάννη.
Δεν χρειαζόσουνα πέπλα.
Ήταν σίγουρο.
Κι εγώ.
Είχα χάσει το κεφάλι μου χρόνια πριν.
Στα τείχη της Κωνσταντινούπολης ή και στη Βηρυττό.
Δεν θυμάμαι καλά.
Δεν πίνω κρασί επίσης.
Μεθώ εύκολα,
απ' του φιλιού σου την απαντοχή.
Ήδη.
Στάθηκες μπροστά στο στήθος μου σα δαμασκηνό σπαθί.
"Χορεύουμε;" είπες
Φευγαλέα κοίταξα το ρολόι απέναντι
Δώδεκα μεσάνυχτα εκεί, ακίνητο.
Στη στιγμή της συνουσίας των παραμυθιών.
Μια μουσική ξεκίνησε ν' ανεβαίνει εκστατική την οδό της κορύφωσης.
"Χορεύουμε;"
--------
Δεν θα λείπω!

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

θα ταξιδέψεις μαζί μου απόψε;


Άνοιξα κι έκλεισα τα μάτια στη ζωή.
Στο πεζοδρόμιο σήμερα άνθισε ένα αρχαίο καράβι.
Απ' όλα είχε, ιστία, κουπιά, κωπηλάτες,
στην πλώρη του ζωγραφισμένη μια αρχαία εταίρα Παναγιά.
Άπλωσα το χέρι κι έκοψα ένα σύννεφο
που πήγαινε να το σκάσει.
Ζούληξα τους χυμούς του ουρανού σφιχτά με τα δυο μου χέρια.
Τα δάκρυά σου ήθελα να ανταμώσω έξω στη βροχή που προκάλεσα.
Κάθε φορά.
Τα δάκρυά σου ψάχνω στις βροχές.
Το καράβι πήρε να σαλεύει.
Τυχερό αυτό.
Με πονούν οι μυρωδιές της νύχτας.
Κυλούν πάνω μου σα σκιές εφιάλτη.
Είναι που δεν σ' έχω.
Και τσακώνομαι με της συνήθειας τη θαλπωρή.
Σ' ένα χαρτάκι, ούτε άσπρο, ούτε γκρι, έγραψα το όνομά σου.
Θα ταξιδέψεις μαζί μου απόψε;
Έστω και σαν όνειρο.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

μια γαζία


Θα έρθει κάποτε ένας καιρός λοιπόν,
ίσως μετά από χρόνια και ζωές άλλες,
τότε θα λέμε πως αυτό που ζήσαμε,
έμοιαζε με παραμύθι,
άλλωστε σου αρέσανε πολύ τα παραμύθια
Θα λέμε για την παράδοξη άνοιξη
μιας ώριμης νιότης,
αυτή που μας έμαθε να κοιταζόμαστε στα μάτια
και να σκάνε αστέρια στους τοίχους με τα γκράφιτι.
Στις γειτονιές της πόλης χρόνια μετά,
για εμάς θα συζητάνε,
για το πόσο έλαμπες τα βράδια,
για το πόσο φώτιζα εγώ,
δυο διαφορετικές πηγές φωτός
που η μία συμπλήρωνε ιδανικά την άλλη.
Πάνω στα βήματά μας θα τρέχουν παίζοντας κυνηγητό
μικρά παιδιά και μεγάλοι γονείς,
αθώοι όλοι,
με την απαλλαγή της ενοχής
ολάνθιστη σαν μαγιάτικο ρόδο στο πέτο τους.
Ήταν άλλωστε το μόνο που μπορούσα να κάνω για σένα.
Να γράφω αληθινά παραμύθια
και να φορτώνομαι ενοχές.
Κι αν κάποτε μέσα σε αστεία σου πω,
"είναι νωρίς μες στον κόσμο αυτό αγάπη μου,
είναι νωρίς να μιλώ για σένα και για μένα"
δεν θα είναι γιατί θέλω να μ' ακούσεις,
είναι γιατί για σένα θέλω ν' αλλάξω τον κόσμο.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

πορφυρές προστακτικές


Σήμερα θέλω να σ' αγαπήσω,
σα να μην υπάρχει αύριο.

Σε κάθε κύτταρο του κορμιού σου
να θυσιαστώ οδυνηρά,
σαν έκπτωτος εσταυρωμένος.
Την αναστάσιμη αίγλη απεκδύομαι.
Ντύνομαι το σκοτάδι που ζει στο βλέμμα σου
και οδεύω προς την έξοδο.

Αύριο θα φύγεις.
Θα γίνεις εικόνα στον τοίχο του μυαλού μου.
Μια ακίδα απρόσεχτη
καρφωμένη στη μέσα πλευρά της παλάμης μου.
Μόλις κινώ το χέρι μου θα με πονάς!
"Άγγιξέ με!"
"Φίλησέ με!"
"Πάρε με!"

Πορφυρές προστακτικές
αναρτούνται με βία ανάμεσά μας.
Όταν νυχτώνει,
ανέγγιχτες καθώς μένουν,
σκαρφαλώνουν σαν άγρια θεριά στην πλάτη μου.
Το πρωί φορώ στο δέρμα μου τατουάζ
το όνομά σου.

Θα με γνωρίσεις σε μια άλλη ζωή.
Τόσα σημάδια μου 'χεις αφήσει
δήθεν τυχαία.
Για να με βρεις.
Γιατί θα σε βρω.
Ακόμα κι αν όλα σβήσουν σε γέννες επόμενες,
δεν θα σπάσει ποτέ,
αυτή η νοητή γραμμή του πυρός
που μας ενώνει.
Γιατί θα με βρεις.
Για να σε βρω.
Ν' αγαπηθούμε σήμερα
σα να μην υπάρχει αύριο.
Και φόβος.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Κάποια ρήματα



Κρασί,
στάλα ρουμπίνι,
κόκκινο στα χείλια σου,
κρεμιέται,
ξεμυαλίζει.
Σε φαντάζομαι!
------
(να λες σ' ένα κοχύλι πόσο μ' αγαπάς)
------
Μεθώ
στην σκοτεινή
του πάθους αντανάκλαση
Σε όλα σου τα "άλφα"
Ζώνη πυρός
το στόμα σου,
εξαίσια η φωνή σου
Σε ακούω!
------
(κι αν γίνω δρόμος Εσύ θα γίνεις Μοίρα)
------
Τόσο...όσο
Ένα φιλί
μοναχικό,
άκυρο μοιάζει
Αγριεύει ωστόσο
το μικρό
ανυπότακτο θηρίο
εντός μου.
Πεινώ!
Σε επιθυμώ!
-------
(θα μ' αγαπάς για να μπορώ ν' ανήκω;)
-------
Τα βράδια κυρίως,
τότε είναι που ο πόθος
με γερές δαγκωνιές
μου φωνάζει τ' όνομά σου!
Δεν αντέχω!
-------
(δεν μου αρκεί πια να σε φαντάζομαι)
-------
Πεινώ και διψώ για Σένα,
λίπασμα γερό η φαντασία
στην ανάγκη του πραγματικού.
Περπάτησα στη βροχή χτες βράδυ
ζωοδότρες μυρωδιές
με καθήλωσαν.
Χώμα υγρό που ανάσαινε κοφτά
αχνίζοντας και βογγώντας
το Ιερό Νερό έπινε λαίμαργα.
Ανάγκη και λαγνεία
Μαζί
Πώς αλλιώς θα καρπίσει ο νους?
-------
(θέλω να σε δω!
να σε σκέφτομαι πια δε μου φτάνει)

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012


Εδώ στην άκρη του δρόμου θα κάθομαι,
πολυκατοικία του '30 το φόντο,
παραδίπλα μου γυναίκες που καπνίζουν
ξεπουλώντας στήθια από μάνγκο.
Κατηφορίζει μια βροχή στην Πατησίων
ένας υπαίθριος πωλητής μαζεύει την πραμάτεια του.
Θαρρώ πως είδα το βλέμμα σου
ανάμεσα από ξύλινα εδώλια της Αφρικής
και ήλιους σκαλιστούς καθρέφτες.
Θα περιμένω.
Μέχρι να παλιώσουν τα περιστέρια στα σύρματα
κι οι λέξεις στα παγκάκια.
Μέχρι να ανθίσει τούτη η κόκκινη βουκαμβίλια
που φύτεψα με τα ίδια μου τα χέρια
στα σπλάχνα της ασφάλτου.
Εκεί, τρία βήματα δεξιά από τη στάση του λεωφορείου.
Οι ασιάτες τουρίστες με περάσανε για τρελό,
με τραβούσανε έγχρωμες φωτογραφίες.
Μα εγώ ήξερα πως έτσι έπρεπε να γίνει.
Πώς αλλιώς να σε πείσω για το Αδύνατο
αν δεν κατοικήσω εντός του;

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

αρχεγονο


Πίστευα πως θα μπορούσα να φτάσω ως την άκρη του κόσμου με τις λέξεις μου
Ή στενέψανε τα σύνορα του γνωστού ή χαθήκανε οι λέξεις.
Πώς αλλιώς να εξηγήσω τη δύναμη της σιωπής;
Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως ο έρωτας έχει "καφέ" γεύση.
Ούτε πως θα μπορούσα να σε θυμάμαι πριν ακόμα γεννηθείς.
Ακόμα κι αν δεν σε ξαναδώ.
Νιώθω.
Τα ανεπίδοτα χάδια μπορεί να γίνουν δρόμοι.
Οι μικρές αντιφάσεις μπορεί να γίνουν σταθμοί.
Το λεωφορείο για το φεγγάρι συνεχίζει να κάνει δρομολόγια.
Οι βροχές πάντα θα μιλάνε τη γλώσσα των σωμάτων.
Και τα δάκρυα - αν δεν τα ζορίσεις - είναι ικανά να σου δώσουν το πιο όμορφο μεθύσι.
Δεν μπορείς να αγαπάς κάποιον που δεν γνωρίζεις.
Ο δείκτης του σωστού δεν κουνιέται σαν εκκρεμές;
Θυμάμαι πως οι καμπάνες της Πορταίτισσας χτυπάνε από μόνες τους με το νοτιά.
Η υγρασία της μνήμης πονάει αφόρητα τις σκουριασμένες κλειδαριές.
Και υποφέρουν.
Ο βοριάς είναι άλλο, αψίκορος, θυμωσιάρης, αγέρωχος.
Ότι έχει να πει στο λέει κατάμουτρα.
Ο βοριάς δεν σου θυμίζει.
Ο βοριάς σε ξεχνά.
Αύριο λέω ν' ανέβω με τα πόδια ως την Ανατολή,
στο πρωτοστάλαγμα του Ήλιου,
ξέρεις εσύ...
Αλήθεια ξέρεις;
Οι γιαγιάδες της παιδικής μου ηλικίας
πάλι θα κουνάνε τα κεφάλια τους περιπαιχτικά.
Πάλι θα με τάζουνε σε φωτεινούς θεούς και στοργικούς αγίους.
"Αυτό το παιδί το κυκλώνει η σκιά του" θα λένε
και θα φτύνουν πίσω απ' την πλάτη τους τα δαιμόνια.
Το 'παμε...δεν μπορείς ν' αγαπάς κάποιον που δε γνωρίζεις.
Μα εγώ σε θυμάμαι πριν ακόμα γεννηθείς και πριν σε συναντήσω.
Να κολυμπάς γυμνή σαν αθωότητα στη μεγάλη δεξαμενή των Ψυχών.
Κι ύστερα σαν αρχαίος ψαλμός να έρχεσαι γλυκά και να εγκαθίστασαι
στου λαιμού μου την πιο παλιά λαχτάρα.
Βέβαια όλα τούτα είναι για του κόσμου τους ρομαντικούς και τους φευγάτους.
Είναι καλύτερα τελικά να σωπαίνεις άμα δεν έχεις τι να πεις.
Και πως να το πεις
Συνηθίσανε τα μάτια να μην παλεύουν με το Αδύνατο.
Κι οι καρδιές;
Πώς μπορείς ν' αγαπάς κάποιον που - ίσως - δεν γνωρίζεις;
Μα...αφού σε θυμάμαι από χρόνια
Εσύ;

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

(φτου! ξελευτερία)


Κοίτα να δεις που όσο πάει τη συνηθίζω την ησυχία,
τα βράδια σχεδιάζω διάφανα φτερά
που θα αντέξουν τον ήλιο,
τα πρωινά τα φορώ και πετάω εδώ τριγύρω
Κάνοντας πρόβα στο αδύνατο!
--------
(Πάντα θα αναρωτιέμαι
αν υπήρξες στ' αλήθεια.
Θαρρώ πως δεν έχει σημασία πια.)
--------
Μάσησα τόσο σκοτάδι τα τελευταία χρόνια
που λες κι είχαν βαφτεί μελανά τα σπλάχνα μου.
Σκοτάδι και θάνατο!
Τώρα,
ακόμα κι όταν "πρέπει"
σε φθαρμένα σκοινιά να ακροβατώ,
φορώντας τα γελοία της λογικής τα ρούχα
πιο πολύ με τη σκιά μου παλεύω
παρά με το Φως.
--------
(Μια φορά,
μια μόνο φορά να μπορούσα να προφέρω
το όνομά σου μπροστά στον Θεό,
τίποτα άλλο.)
---------
Βρέχει σιωπές σήμερα
κι εγώ συλλέγω μικρά, άγρια ζουμπούλια
που φυτρώνουν εκεί που περπάτησες
Όταν κι αυτό δεν θα μου φτάνει
- κι οι ψευδαισθήσεις κάποτε σώνονται βλέπεις -
τότε θα σε ξεχάσω.
Αλλά μέχρι το πλην άπειρο
ξέρεις καρδιά μου πόσος δρόμος είναι;
----------
Σαν παιδί πεισματώνω στο ανέφικτο,
παίρνω φόρα κι ανεβαίνω ψηλά.
----------
(Πανσέληνα σε ποθώ.
Το ομολογώ λοιπόν.
Ολοκληρωτικά)
----------
Κι αν δεν αλλάζει ο κόσμος
κι οι ενοχές του
εγώ θα μάθω να πετάω.
Πάνε χρόνια που το 'πα κι ακόμα...
----------
Προσοχή! Προσοχή!
Η αποψινή παράσταση αναβάλλεται!
Το σκοινί έσπασε!
Ο ακροβάτης έγινε πουλί!
Παρακαλώ περάστε να χαζέψετε τα άγρια ζώα στα κλουβιά τους!
----------
(Φτου ξελευτερία!)


....εγώ λέω, αφιερωμένο!

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

δίγνωμο


Τι γυρεύει ένας επαίτης Αύγουστος
κάθε μέρα έξω απ' την πόρτα μου;
Είναι θαρρώ που οι σιωπές δεν έχουν όρια,
διαβάσεις ελεύθερες είναι,
free pass,
ότι θέλει σου φέρνει ο καιρός.
Αρνήσεις
Αιτήσεις.
Ανατροπές.
Πήρε να κιτρινίζει στις άκρες η ησυχία
τόσο,
που τρόμαξαν τα περιστέρια κι έφυγαν γι' αλλού.
Πώς μεταναστεύεις σε κλίματα θερμά σαν έρθει η ώρα;
Τρομάζω πως δεν θα ξαναδώ τα μάτια σου
κι αυτή την ιερή σκουριά που παλιώνει
μέσα στο αχάιδευτό σου βλέμμα.
Προσμένοντας τις αμυγδαλιές να εξομολογηθούν
παγώσαν τα λόγια μου.
Δεν σου μιλώ.
Στης καταιγίδας το ηλιακό πλέγμα απαγκιάζω.
Συνάζω κεραυνούς και ηλεκτροφόρα καλώδια.
Θυμώνω σαν άβγαλτο πλοιάριο στο βοριά.
Σαν μισογκρεμισμένος καπετάνιος στη δύση.
Εύκολο που είναι να μετράς τ' άστρα
κι όλο να χάνεις το λογαριασμό.
Χτες βράδυ εξομολογήθηκα το όνομά σου
σ' έναν άστεγο έρωτα που κοιμόταν στο παγκάκι της πλατείας.
Μα και πάλι,
αναπαμό δεν βρήκα.
Μονάχα πάνω απ' τον αριστερό μου ώμο άρχισε δειλά - δειλά
να φυτρώνει μια θάλασσα
μ' όλο το βαθυγάλαζο του Αιγαίου.
Καθώς συνεχίζω να μετράω την έρημο
όλο και βρίσκω κάτι χαλικάκια μικρά
που μου ορίζουν το δρόμο.
Κι ανάμεσά τους λευκά ανθάκια ψιλά,
με ροζ φλέβες
σαν κρυφές αμαρτίες,
εκείνης της αμυγδαλιάς που πέρσι ξέχασε ν' ανθίσει.
Η άμυαλη.
Ποτέ της δεν φοβήθηκε τα κρύα θυμάμαι
Μονάχα του δρόμου τα γυρίσματα
και τις αναπάντεχες ζέστες φοβόταν
Και ξεχνούσε.
Κι εγώ...
αφιερωμένο σε μια σιωπή...

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012


Στην αρχή ήταν το εξώφυλλο, που σου έδινε την εντύπωση πως κάπου εκεί στα στενά, στο Μοναστηράκι, βρίσκεσαι κι εσύ κάτω απ’ τα φώτα.
Και στοχάζεσαι, αναπολείς ή απλά συλλογιέσαι το πριν και το μετά.
Ύστερα ήταν η υφή του βιβλίου, θύμιζε κάτι παλιό, παιδικό, αγαπημένο. Σαν κάποια απ’ τα παραμύθια της αθωότητάς μας με το σκληρό εξώφυλλο.
Σαν το άνοιγες επιτέλους ξεχυνόταν μια μυρωδιά από βρεγμένο χώμα.
Γύριζες τις σελίδες κι ακουγόταν ο ήχος του δάσους, των ξερών φύλλων, του αγέρα που περνάει μέσα απ’ τα κλαριά.
«Θέλω να μου στέλνεις έναν ήλιο παραπάνω τα πρωινά του χειμώνα. Να ξεμένω αιφνιδιαστικά χαμογελαστός να τον κοιτάω, ελπίζοντας για όλα.»
Λέει ο Γιάννης Φιλιππίδης στη σελίδα 15 στο νέο του βιβλίο «Ζωή με λες»
Οι εικόνες της Ρενέ Ρεβάχ σε άσπρο μαύρο, με μια εσωτερική ένταση σε καθηλώνουν. Μαγνητίζουν το βλέμμα σου. Σε αφήνουν να φαντάζεσαι.
Κι έρχονται από δίπλα οι λέξεις του Γιάννη κι αρχίζουν να χρωματίζουν λεπτά και ντελικάτα μόνο όπως αυτός ξέρει να κάνει με τον λόγο του.
Καθώς συνεχίζεις να διαβάζεις ακούς συχνά την καρδιά σου να γοργοχτυπάει, σε μια φράση, σ’ έναν διάλογο, σε μια ιστορία. Βρίσκεις κομμάτια από τις σκέψεις σου, απ’ τις επιθυμίες σου, απ’ τις μνήμες που γονιδιακά κουβαλάς. Ποιος απ’ όλους μας αλήθεια δεν έχει γνωρίσει ή ακούσει μια ιστορία σαν αυτή της Στυλιανής; Ποιος δεν στάθηκε συγκινημένος σε τρία δικά του φιλιά; Ποιος δεν σκέφτηκε την πόλη του με τον τρόπο που την σκέφτεται ο Γιάννης;
«Δεν θέλω να πονάω εύκολα» λέει ο συγγραφέας στο κείμενο «Μέρες και νύχτες με τον καθρέφτη μου» αλλά όπως φαίνεται θέλει και ξέρει πώς να μας πονάει εύκολα και γλυκά λέγοντας σκέψεις και ιστορίες που όλοι θα θέλαμε αλλά που δεν μπορούμε. Ίσως.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης ωριμάζει και ωριμάζοντας μας κερνάει γευστικούς καρπούς μπολιασμένους από ένα παλιό άρωμα που όπως δείχνουν τα πράγματα όχι μόνον θα μείνει ανεξίτηλο στο χρόνο αλλά όσο πάει θα γίνεται και μεθυστικότερο.
Τι; Δεν έχετε διαβάσει ακόμα αυτό το βιβλίο; Ε, τότε βιαστείτε! Γιατί όπως όλοι γνωρίζουμε η ζωή δεν επιτρέπει αργοπορίες.
«Ζωή με λες» του Γιάννη Φιλιππίδη εκδόσεις Άνεμος.