Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

sold out



Τον βλέπω ώρα τώρα. Απέναντι. Με το τσιγάρο στα χείλια και το σύννεφο στα μαλλιά. Μ' ένα σπόρο από γαρύφαλλο στη τσέπη. Ζυγιάζεται στο φρύδι του γκρεμού. Μου δίνει την εντύπωση πως θέλει να πετάξει έτσι όπως ανοίγει τα χέρια σα σκλαβωμένο πουλί. Με την απορία στην καρωτίδα που κλωτσά. Και τις φλέβες στο κορμί του ανάγλυφα σκοινιά. Ανοίγει το στόμα. Αναστενάζει άηχα. Ντέρτι και ντουμάνι. Ακυρώνει την αίσθηση της ακοής αυτή η γδαρμένη ησυχία. Ίνες νάυλον κρεμιούνται απ' το ρούχο της νύχτας. Δευτεράντζα! Πού αίσθηση γούστου για κάτι πιο φίνο;
Πάρε! Δώσε! Πατσίσαμε! Δωμάτια κλειστά ερμητικά που μυρίζουν περσινό ιδρώτα και φτηνό σαπούνι. Κουτάκια μπύρας που συναγωνίζονται ποιο θα φτάσει πρώτο στο τέρμα. Καμένο γκολ. Το ξεπουλήσαμε το παιχνίδι ρε φίλε.
Το πρόγραμμα εξΑσκησης των ειδικών δυνάμεων είχε να κάνει με παιχνίδια εξουσίας. Η κάβλα της πρώτης φοράς όχι. Στα σημεία επαφής όμως τη χάσαμε την αρχή. Βγήκαμε μέσα από τη σκουληκότρυπα της σαγήνης για να πέσουμε με τα μούτρα στα κιμπαριλίκια της εξουσίας. Το πάνω χέρι χαϊδεύει καλύτερα. Έτσι έλεγαν μες στα στενά των Εξαρχείων κάποιοι ντυμένοι με μαύρα. Και δεν ήτανε οι παλιοί γνωστοί.
Ξέρεις, πολλές φορές τους χειμώνες ψάχνω να βρω την πιο τρελή αμυγδαλιά λαχταρώντας να τινάξω τα κλωνιά της πάνω μου. Άμα δέσω καρπό λέω ίσως και να μπορέσω να σε κρατήσω εδώ. Πικραμύγδαλο θα είναι μα έχει τόσο ωραία μυρωδιά. Γελάς! Πάντα γελούσες! Ακόμα κι όταν είχες φορέσει κατάσαρκα την Ασπασία, τη Θεοδώρα, την Κασσιανή γελούσες. Στη γωνιά του μαγαζιού, δίπλα στο πράσινο κύμα, ο ιππόκαμπος που βρήκαμε σκοτωμένο είχε αναστηθεί και χόρευε μάμπο με την παιδιάστική μου αίσθηση. Ακόμα δε λέω να παραδεχτώ πως σωθήκανε τα θαύματα. Ακόμα δε λέω να το χωνέψω πως το μαγαζάκι της λατρείας ξεπούλησε, "sold out" είπαμε.
Έρωτες, πάθη, θυσίες και μαλακίες της σειράς. Σου άρεσε να τρως πασατέμπο και να κοιτάς σαπουνόπερες στην tv. Κι ύστερα έκλεβες σκηνές και τις έραβες στην κουρτίνα. Τόσα χρόνια πέρασαν κι η κουρτίνα ακόμα εκεί. Ακούνητη!
Δε λες να την τραβήξεις μια στάλα, να μπει αποστειρωτικά ο ήλιος, σα λάβρος γκόμενος αυτός και να σου πάρει βίαια τη γαμημένη την παρθενία της ψευδαίσθησης. Επιτέλους!
Τον βλέπω ώρα τώρα. Απέναντι. Ζυγιάζεται στο φρύδι του γκρεμού. Με το τσιγάρο στα χείλια. Κι έναν αρχαίο φόβο στην καρδιά. Για το αυριανό ξημέρωμα. Χωρίς εσένα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: