Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

η χαρά



Η χαρά πουλιότανε στο μανάβικο της γειτονιάς. Προπαραμονή Χριστουγέννων.3.80 το κιλό. Μα τι να σου κάνει ένα κιλό; Ούτε ένα πιάτο δεν έβγαζε καλά - καλά. Όσο επιδέξιος μάγειρας και να ήσουνα. Βέβαια τη βρήκε και στο super - market. Στα κατεψυγμένα. 1.20 κι ήταν περίπου ενάμιση κιλό αυτή. Μα πώς μπορούσες να ξέρεις που είχε αλιευθεί; Στο διπλανό καφασάκι τα ψάρια του Ατλαντικού σε κοιτούσαν με μάτια frozen dracula. Κι η σφήνα της αιώνιας θανάτωσης λες και μπηγότανε στη δική σου καρδιά.
Κάτι παππούδια, που μόλις είχανε πληρωθεί τη σύνταξη, διαλέγανε με προσοχή τα σακκουλάκια. Ψάχνανε το ελαφρύτερο ή το βαρύτερο άραγε; Δεν κατάλαβε.
Προσπέρασε τα κατεψυγμένα και κατευθύνθηκε στο ταμείο. 17.40 δυο πακέτα μακαρόνια, ένα σαπούνι, τρεις μπύρες. Βγήκε στον κρύο αγέρα με την ελαφριά σακούλα στο χέρι. Δίπλα στην είσοδο δυο τσιγγάνοι είχαν απλώσει την πραμάτεια τους. "Πάρε, πάρε, πάρε καλέ κύριε! Χαρά φρεσκότατη μονάχα 1.50 το κιλό. Και ντόπια!"
Ο ένας από τους δυο του έβαλε μες τη μούρη του ένα ματσάκι θέλοντας να τον πείσει το δίχως άλλο. Τάχυνε το βήμα. Στάση στον χασάπη. Μισό κιλό κιμάς. Καλή παρέα για τα μακαρόνια. Οι γαλοπούλες αραδιασμένες στο ψυγείο νανουρίζονταν τον ύπνο του μοιραίου. Στην άκρη του, μέσα σ' ένα γουστόζικο καλαθάκι διακοσμημένο με πλαστικά γκυ, χαρά 1.98 το κιλό. Την έδειξε με το δάχτυλο στον χασάπη. "Ημιτασιόν;" Εκείνος προσπάθησε να ανοικοδομήσει κάτι στο μούτρο του που έμοιαζε χαμόγελο. Ψιλός ίδρος φάνηκε στην αρχή της φαλάκρας του."Γερμανική αλλά ελεγμένη. Ο καλλιεργητής πατριωτάκι της ξενιτιάς. Πρώτο πράμα όμως. Νοστιμότατη. Να βάλω;" Σχεδόν πέταξε το χαρτονόμισμα και βγήκε στο δρόμο με τον κιμά ανά χείρας. Ανηφόρισε. Γύρισε δυο φορές το κλειδί και μπήκε στο σπίτι. Παράτησε τα ψώνια στον πάγκο της κουζίνας. Αδιάφορος. Δίπλα στο παράθυρο ένα γέρικο ελατάκι, περνούσε κρίση αρθριτικών. Άνοιξε τη βρύση, του έριξε νερό. Κι ύστερα ξεδίπλωσε εκείνη τη παλιοσειρά φωτάκια που τα είχε αγοράσει χιλιάδες χρόνια πριν από την Αθηνάς. Από μια τρύπα δίπλα στο αγαπημένο του μπουρδέλο. Ανάβανε ακόμα μια χαρά. Κι ας είχαν μεσολαβήσει αιώνες από το τελευταίο του άναμα. Ή έτσι του είχανε φανεί. Άρχισε να τυλίγει το ελατάκι με το σύρμα. Κι όσο το τύλιγε τόσο ένιωθε τα μάτια του να βουρκώνουν. Μέχρι να τελειώσει τη διακόσμηση έκλαιγε με λυγμούς. Σα να μη μπορούσε να κάνει αλλιώς. Με χέρι μη σταθερό έκανε την τελευταία κίνηση. Έβαλε το φις στην πρίζα.
"Έχουν παρατηρηθεί πολλές πυρκαγιές τον καιρό των εορτών από τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Προσοχή! Όταν δεν είσαστε παρόντες να τα αποσυνδέετε από την πρίζα."
Την παραμονή αναμενότανε πτώση της τιμής της χαράς. Κλασικά, όπως κάθε χρόνο. Μπορούσε να φτάσει μέχρι και 2.56 το κιλό η φρέσκια. Μα τι να σου κάνει ένα κιλό; Ούτε ένα πιάτο δεν βγάζει καλά - καλά. Όσο επιδέξιος μάγειρας και να είσαι.




Δεν υπάρχουν σχόλια: