Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

δίγνωμο


Τι γυρεύει ένας επαίτης Αύγουστος
κάθε μέρα έξω απ' την πόρτα μου;
Είναι θαρρώ που οι σιωπές δεν έχουν όρια,
διαβάσεις ελεύθερες είναι,
free pass,
ότι θέλει σου φέρνει ο καιρός.
Αρνήσεις
Αιτήσεις.
Ανατροπές.
Πήρε να κιτρινίζει στις άκρες η ησυχία
τόσο,
που τρόμαξαν τα περιστέρια κι έφυγαν γι' αλλού.
Πώς μεταναστεύεις σε κλίματα θερμά σαν έρθει η ώρα;
Τρομάζω πως δεν θα ξαναδώ τα μάτια σου
κι αυτή την ιερή σκουριά που παλιώνει
μέσα στο αχάιδευτό σου βλέμμα.
Προσμένοντας τις αμυγδαλιές να εξομολογηθούν
παγώσαν τα λόγια μου.
Δεν σου μιλώ.
Στης καταιγίδας το ηλιακό πλέγμα απαγκιάζω.
Συνάζω κεραυνούς και ηλεκτροφόρα καλώδια.
Θυμώνω σαν άβγαλτο πλοιάριο στο βοριά.
Σαν μισογκρεμισμένος καπετάνιος στη δύση.
Εύκολο που είναι να μετράς τ' άστρα
κι όλο να χάνεις το λογαριασμό.
Χτες βράδυ εξομολογήθηκα το όνομά σου
σ' έναν άστεγο έρωτα που κοιμόταν στο παγκάκι της πλατείας.
Μα και πάλι,
αναπαμό δεν βρήκα.
Μονάχα πάνω απ' τον αριστερό μου ώμο άρχισε δειλά - δειλά
να φυτρώνει μια θάλασσα
μ' όλο το βαθυγάλαζο του Αιγαίου.
Καθώς συνεχίζω να μετράω την έρημο
όλο και βρίσκω κάτι χαλικάκια μικρά
που μου ορίζουν το δρόμο.
Κι ανάμεσά τους λευκά ανθάκια ψιλά,
με ροζ φλέβες
σαν κρυφές αμαρτίες,
εκείνης της αμυγδαλιάς που πέρσι ξέχασε ν' ανθίσει.
Η άμυαλη.
Ποτέ της δεν φοβήθηκε τα κρύα θυμάμαι
Μονάχα του δρόμου τα γυρίσματα
και τις αναπάντεχες ζέστες φοβόταν
Και ξεχνούσε.
Κι εγώ...
αφιερωμένο σε μια σιωπή...

Δεν υπάρχουν σχόλια: