Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

θα ταξιδέψεις μαζί μου απόψε;


Άνοιξα κι έκλεισα τα μάτια στη ζωή.
Στο πεζοδρόμιο σήμερα άνθισε ένα αρχαίο καράβι.
Απ' όλα είχε, ιστία, κουπιά, κωπηλάτες,
στην πλώρη του ζωγραφισμένη μια αρχαία εταίρα Παναγιά.
Άπλωσα το χέρι κι έκοψα ένα σύννεφο
που πήγαινε να το σκάσει.
Ζούληξα τους χυμούς του ουρανού σφιχτά με τα δυο μου χέρια.
Τα δάκρυά σου ήθελα να ανταμώσω έξω στη βροχή που προκάλεσα.
Κάθε φορά.
Τα δάκρυά σου ψάχνω στις βροχές.
Το καράβι πήρε να σαλεύει.
Τυχερό αυτό.
Με πονούν οι μυρωδιές της νύχτας.
Κυλούν πάνω μου σα σκιές εφιάλτη.
Είναι που δεν σ' έχω.
Και τσακώνομαι με της συνήθειας τη θαλπωρή.
Σ' ένα χαρτάκι, ούτε άσπρο, ούτε γκρι, έγραψα το όνομά σου.
Θα ταξιδέψεις μαζί μου απόψε;
Έστω και σαν όνειρο.

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

μια γαζία


Θα έρθει κάποτε ένας καιρός λοιπόν,
ίσως μετά από χρόνια και ζωές άλλες,
τότε θα λέμε πως αυτό που ζήσαμε,
έμοιαζε με παραμύθι,
άλλωστε σου αρέσανε πολύ τα παραμύθια
Θα λέμε για την παράδοξη άνοιξη
μιας ώριμης νιότης,
αυτή που μας έμαθε να κοιταζόμαστε στα μάτια
και να σκάνε αστέρια στους τοίχους με τα γκράφιτι.
Στις γειτονιές της πόλης χρόνια μετά,
για εμάς θα συζητάνε,
για το πόσο έλαμπες τα βράδια,
για το πόσο φώτιζα εγώ,
δυο διαφορετικές πηγές φωτός
που η μία συμπλήρωνε ιδανικά την άλλη.
Πάνω στα βήματά μας θα τρέχουν παίζοντας κυνηγητό
μικρά παιδιά και μεγάλοι γονείς,
αθώοι όλοι,
με την απαλλαγή της ενοχής
ολάνθιστη σαν μαγιάτικο ρόδο στο πέτο τους.
Ήταν άλλωστε το μόνο που μπορούσα να κάνω για σένα.
Να γράφω αληθινά παραμύθια
και να φορτώνομαι ενοχές.
Κι αν κάποτε μέσα σε αστεία σου πω,
"είναι νωρίς μες στον κόσμο αυτό αγάπη μου,
είναι νωρίς να μιλώ για σένα και για μένα"
δεν θα είναι γιατί θέλω να μ' ακούσεις,
είναι γιατί για σένα θέλω ν' αλλάξω τον κόσμο.