Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

υπάρχει ελπίδα...ακόμα


Δυο χέρια πάνω σ' ένα πληκτρολόγιο।
Κουτάκια και γράμματα।

- Από πού έρχεται η μουσική;

Νερό!
Στάζει νερό απ' το ταβάνι।
Πλημμυρίσαμε।
Μα πώς;
Αφού δεν βρέχει.
Σε τούτη τη γη χρόνια είχε να βρέξει।
Τόσο που ακόμα και η λέξη "σύννεφα" πάλιωσε
κι έμεινε να σκονίζεται στα ράφια του μυαλού σου
Αφημένη.
-------------
Κι εγώ,
μη θαρρείς,
μέσα στο δέρμα μου πάλιωσα,
χρόνια και χρόνια,
χωρίς νερό,
χωρίς χάδι।
Ακατέργαστο το υλικό।
Ανέραστες οι μνήμες।
Και το γεράνι να με κοιτά απορημένο κάθε τόσο।
Σε ποιον ουρανό μας τάξανε άραγε
που ξέχασε να βρέξει;
Άσπλαχνοι καιροί।
Άσπλαχνοι ανέμοι।
Μονάχα φύσαγε,
από τόπο σε τόπο,
άλλοτε κόκκινα κι άλλοτε μαύρα,
γεμίζανε τα σπλάχνα μας σκόνη
κι οι ματιές μας απουσία।
Συνηθίσαμε τόσο τη φυγή που μας φαινότανε λύση।
Και κανείς δεν τόλμαγε να κοιτάξει τον άλλον στα μάτια।
------------
Συχνά,
με τις ανάγκες μας κάνει αστεία η ζωή।
Από ανία κι αυτή,
έτσι θαρρώ।
Έτσι σκέφτηκα σαν έφερε ο άνεμος
αυτήν την κόκκινη ομπρέλ-λα।

- Από πού έρχεται η μουσική επιτέλους;

Κι ύστερα ένιωσα το νερό να κυλάει।
Καταπάνω μου।
Σα να συναντούσα λέει άξαφνα ένα οριζόντιο ποτάμι।
Ξυλαράκια μικρά και διάφανα βότσαλα
έπεφταν με δύναμη στο σώμα μου
χτυπώντας।
Ξύπνα!
Ξύπνα!
Ξύπνα!
-------------
Κοιτάω τα χέρια μου।
Άμμος βαμένη και βράχια κοφτερά।
Ήλιοι μικροί που έσκασαν πάνω στην πέτρα
σαν χείλια που έζησαν για καιρό πολύ,
δίχως νερό।
Πώς να σ' αγγίξω;
Το αραχνούφαντο πέπλο της αγάπης
σκαλώνει στις άγριες ρεματιές,
σκίζεται άγαρμπα
και ξεσκίζει τα τρυφερά όνειρα του ουρανού,
τις νύχτες।
Όλη αυτή η βία της ξηρασίας
με πόσα φιλιά θα γιατρευτεί άραγε...
Θα γιατρευτεί αλήθεια;

Νερό!
Στάζει νερό απ' το ταβάνι।
Κοιτώ μα δε βλέπω।
Μια μουσική ακούω απ' το πουθενά।

- Κλαις;
- Κλαίω।

Άκου! Οι φόβοι μου κι οι φόβοι σου παίζουν μουσική।
Υπάρχει ελπίδα...ακόμα!