Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

παλιό θαλασσινό...

Πολύ βαθιά βούτηξα

με μια ανάσα,

βράχοι στικτοί και κόκκινα κοράλλια,

ο αστερίας που τον δρόμο έδειχνε

κι ένα κοχύλι

τις φωνές των παραμυθιών αντηχούσε.

Τριγύρω σιωπή,

μπλε και τυρκουάζ

φύκια μπλεγμένα σφιχτά,

στο μπαούλο αναριχώνται

οι θησαυροί των πειρατών,

το μαγικό λυχνάρι,

κι ένα φυλαχτό

που ξορκίζει την κακοδαιμονία.

Έτσι σε βρήκα,

καταμεσής της θάλασσας,

παλιό σαν κόσμος,

καινούριο σαν αυγή

και σαν μέρα καθημερινή,

ευκαιρίας αγνάντεμα.

Μυστική κράτησα την κρύπτη

τις κλειδαριές που σκουριάζαν παραίτηση

δεν έσπασα

και τα φύκια

που αμύνονταν στο απ' έξω

χαϊδολόγησα γλυκά.

Μονάχα ένα κοράλλι

δοκίμασα να κλέψω

κουρσάρος ψυχών εγώ

κι ήταν σα να τα είχα πάρει όλα.

Κι εκεί,

στου βυθού το σεργιάνι ξεπέζεψα

μια προσευχή να αποθέσω

στα μικρά μυστικά σου...

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

ευτυχείτε...


Καλοκαίριασε,

είπες...

Έπιασαν πρώιμα οι ζέστες φέτος.

Πρέπει να σηκώσω τα χειμερινά ηλιοστάσια.

Πρέπει να κατεβάσω τα περσινά μου χαμόγελα.

Μυρίζουν ακόμα ναφθαλίνη.

Δεν πειράζει.

Μ' αυτά θα πορευτώ και φέτος.

Λιτά.

Ταπεινά.

Οικεία.

Και το καλό μου κορμί

σα να σκούριασε λιγάκι στην άκρη.

Ξεχασμένη έμεινε η αρμύρα

και διάβρωσε την ύλη του.

Εφήμερη έτσι κι αλλιώς.

Το γιασεμί μου φέτος αρνήθηκε να ανθίσει.

Πεισματικά γδύθηκε απ' το φύλλωμά του

και επέστρεψε οικειοθελώς στον χειμώνα.

Τι ωφελεί ν' ανθίζω

όταν έχεις χάσει από χρόνια την όσφρησή σου;

Τι να απαντήσω σ' ένα λουλούδι

που - δυστυχώς - δεν λαθεύει ποτέ;

Έχει βλέπεις την σοφία της φύσης στις φλέβες του.

Φωτοσυνθέτει απλά.

Αγαπά.

Κι επιβιώνει.

-----

Καλοκαίριασε είπα.

Και φέτος.

Τριγύρω μου άνθρωποι

λίγο σκουριασμένοι,

λίγο ραγισμένοι,

μόνοι στο πολύ

σοφοί στο καθόλου.

Μας εκδικείται θαρρώ.

Η φύση μας που αρνηθήκαμε λέω,

αυτή,

η αρχαία μάγισσα,

μας καταδίκασε σε πρόσκαιρη άνοια

και σε αιώνια παραπλάνηση,

πώς ν' ανθίσουμε οι άνθρωποι λοιπόν;

Πώς να δέσουμε καρπό;

------

Ευτυχώς που εφευρέθηκε το πλαστικό.

Λουλούδι.

Καλοκαίρι.

Έρωτας.

Γενναίο υλικό.

Και πάνω απ' όλα άφθαρτο.

Ευτυχείτε λοιπόν!

Διαννύουμε την εποχή της πλαστικής ευφορίας.

Ευτυχείτε!

Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011

Του Αγίου Υακίνθου


Του Αγίου Υακίνθου σήμερα,

πέρα στο δάσος των Σκιών

πήρε να σκοτεινιάζει.

-----

Χαράματα ήταν,

- το θυμάμαι καλά -

μόλις είχε τελειώσει το πανηγύρι,

δυο αστρουλάκια παίζανε αμέριμνα

παλιό κυνηγητό.

Γελούσαν...

Ξέρεις πώς γελούνε τα άστρα;

Έχεις ακούσει ποτέ;

Και ξαφνικά άρχισε να βρέχει ασημόσκονη.

Ντυθήκανε μαγικά οι πευκοβελόνες,

έτσι, που οι αιχμές τους

- σαν σ' έκοβαν -

με περισσή χλιδή να σε πονούνε.

Θέλει και το τραύμα την πολυτέλειά του.

Γελούσες κι εσύ...

Κι έπεφταν από πάνω σου

οι χτεσινές μνήμες φλούδι το φλούδι.

-----

Δέρμα κρουστό και χείλια σφραγισμένα.

Πήλινο εκμαγείο

ερμητικά κλειστό ο άνθρωπος.

Από ποια χαραμάδα να χωρέσει η Αγάπη;

Φτάσαμε στο σημείο βρασμού.

Ή που θα εκραγείς ολόφωτος

ή που θα βαλσαμωθείς σιωπώντας.

Είπες...

-----

Του Αγίου Υακίνθου σήμερα,

από νωρίς χτυπούσε ρυθμικά

το μικρό σήμαντρο του νου σου.

Να θυμάσαι ακατάπαυστα εσύ...

Είναι που οι άλλοι ξεχνούν,

γι' αυτό.

Πάντα στην άκρη του γκρεμού να στέκεσαι

και ν' αγναντεύεις τη ζωή.

Μια να πέσεις, να σωθείς,

μια να σταθείς, να σβήσεις.

Κι εκεί, στο δάσος των Σκιών

όλο να σκοτεινιάζει.

Πόση καρδιά θέλει για να γυρίσει ο Ήλιος;

Κι απαντοχή;

Αλήθεια πόση;