Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

ανόητο παιδί...



Κυριακή πρωί

κι οι ακονισμένες αχτίνες Φωτός

τεμαχίζουν την σκέψη σου

σε μικρά, αιχμηρά γυαλάκια,

κοίτα!

ιριδίζοντα τραύματα ξεπηδούν απ' αυτές

και χρωματιστά

ματώνουν τα χείλια σου

μη!

μην ακουμπάς τη φωτιά με γυμνά δάχτυλα

θα κοπείς!

----

- έναν ουρανό να χωράω ψάχνω -

είπες απλά

κι ανασήκωσες τους ώμους σου

----

Απ' το παράθυρό σου βλέπεις

θάλασσες και στεριές να προσπερνούν

τι ταχύτητα!

τρέχοντας ξεφεύγεις άραγε

απ' όσα σε βαραίνουν?

Σα να μη πέρασε θαρρείς ένας αιώνας

προχτές

σήκωσες όλη τη Γη στους ώμους σου

και πήγες...

----

πού?

μα πού πας ανόητο παιδί?

είναι μικρή η ζωή και θα περάσει

σα σύννεφο που λιώνει

εξατμίζονται οι χαρές

και οι στάλες της βροχής

που τις ακολουθούν...

πού?

μα πού πας ανόητο παιδί?

έλα!

σου 'χω φυλάξει μια θέση στον ήλιο,

κι ένα κομμάτι ψωμί,

μην τρέχεις...

----

- έναν ουρανό να χωράω ψάχνω -

είπες ξανά

κι απ' τα χέρια σου

στάλες - στάλες ξέφευγαν

χρώματα και στιγμές

έτσι που σαν τις χτύπαγε χαϊδευτικά το φως

Ανοίξεων νήπια γεννιόνταν και μπουσούλαγαν

μα εσύ είχες τα μάτια σου στραμμένα στη φυγή

και σ' αυτό το μαύρο γλιστερό χαντάκι

που οι ανθρώποι αποκαλούσαν δρόμο.


Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

ήθελα...θέλω...



θα ήθελα να σε πάρω

να φύγουμε,

ναι,

να φύγουμε,

μ' ένα χάρτινο καράβι...

----

(όμορφα που τα λες)

----

στις μωβ χώρες των παραμυθιών

και των ερώτων

του άστρου που δεν δύει ποτέ

και της αυγής που έρχεται

σκορπίζοντας άγρια τριαντάφυλλα

στο διάβα της...

----

(όμορφα που θα ήτανε!)

----

σκέψου,

θα πίνουμε καφέ

αγναντεύοντας τον ορίζοντα

στη ράχη ενός ουράνιου τόξου

διάλεξε χρώμα,

κόκκινο, κίτρινο, ροζ,

διάλεξε!

----

(εγώ...εγώ...δεν...)


----


θα σε κοιμίζω στις άκρες της πιο γαλανής θάλασσας...


(σςςς!)


κύματα κι άσπροι γλάροι θα σου κρατούν συντροφιά...


(σςςς!)


θα είναι όμορφα,

θα δεις...

μ' έναν ήλιο ολόχαρο να μας κλείνει το μάτι

καθώς οι αχτίνες του

θα χύνονται τρυφερά στους δύο ώμους σου


(σςςς!...μη...)


κι αν μ' αφήσεις,

θα σου δείξω τις πιο όμορφες νεράιδες

που αλητεύουν ξένοιαστα

μέσα στις καρδιές των άγριων λουλουδιών

- κι ας μην πιστεύεις -


(δεν είναι πως δεν θέλω...αλλά...)


θέλω να σε πάρω να φύγουμε,

μ' ένα χάρτινο καράβι...


θέλω...


ήθελα...


θέλω...


μα...


- αγάπη μου μας τέλειωσαν τα παραμύθια -








Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

τρέχα!





Είναι τόσες φορές που θέλω να σου πω σ’ αγαπώ…

-------

Μα,

δεν είναι η κατάλληλη ώρα,

φοβάμαι μήπως σε ξυπνήσω,

το τηλέφωνό σου μιλάει,

είσαι στη δουλειά,

είμαι σε σύσκεψη,

μαλώσαμε και σου κάνω μούτρα,

μαλώσαμε και μου κάνεις πείσματα,

είναι πολύ πρωί,

είναι πολύ αργά το βράδυ,

δεν είσαι μόνη σου,

δεν είμαι μόνη μου…

Κι ανησυχώ,

Κι ανησυχείς,

Μη,

μας ακούσει κανείς,

μας δει κανείς,

μας καταλάβει κανείς,

μας φωνάξει κανείς,

μας μαλώσει κανείς

μας κρίνει κανείς,

μας επικρίνει κανείς,

μας μειώσει κανείς,

μας προσβάλει κανείς…

αυτός ο «κανείς» ποιος είναι τελικά?

-------

Και τι μας είναι ακριβώς?

-------

Είναι τόσες φορές που θέλω να σου πω…σ’ αγαπώ…

Μα και μη

Φύγαν τα χρόνια…

Προλαβαίνουμε λες?

Τρέχα!